Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2009

Φέτος το καλοκαίρι είδα κάποιες παραστάσεις. Όλες τους πολύ καλές δουλειές. Μία όμως ξεχώρισε. Πρόκειται για τη "Βαβυλωνία" με τον Ταξιάρχη Χάνο και πολλούς άλλους ηθοποιούς.
Αν και πρόκειται για κλασικό θεατρικό έργο, η παράσταση είχε μοντέρνα σκηνοθεσία και ήταν προσανατολισμένη στο τώρα διατηρώντας το βασικό μύθο και λόγο. Έμεινε μακριά από το σαχλό και κουραστικό εύρημα της αιώνιας femme fatale, της αοιδού της όπερας, και της γοητείας της πάνω στον Επτανήσιο αστυνομικό.
Συνέδεσε άψογα το μύθο με τους μετανάστες από κάθε φυλή και γωνιά της γης που μπορεί να συναντηθούν σε οποιαδήποτε τόπο, ξένοι ανάμεσα σε ξένους, και να δεθούν στην ίδια δύσκολη κατάσταση όπως αυτής της τόσο απλής, δηλ. του λαβώματος του Κρητικού από τον Αρβανίτη.
Η παράσταση ξεκινούσε με τους ηθοποιούς να μπαίνουν στη σκηνή σαν να έρχονται ο καθένας από τον τόπο του, με τον μπόγο του ο καθένας στον ώμο του να είναι όλη του η ζωή και η περιουσία και ταυτόχρονα το βάσανό του στον ξένο τόπο που μπορεί φυσικά να είναι οποιοσδήποτε τόπος. Στη συνέχεια αποδύονταν τα σημερινά τους ρούχα για να ενδυθούν τα ρούχα του κάθε χαρακτήρα του κλασικού έργου με κορυφαίο τον Ανατολίτη έμπορο.
Και αυτοί οι άνθρωποι διαφέρουν σε όλα, στη φάτσα, στην ομιλία, στη διάλεκτο, στη νοοτροπία, στη μόρφωση, σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Καθένας τους είναι μια εντελώς διαφορετική προσωπικότητα που όμως ζητάει ένα και το αυτό πράγμα. Να κάνει τη δουλειά του, να ξεκουραστεί στη λοκάντα, να φάει και να πιει αυτό που αγαπάει περισσότερο και του θυμίζει τον τόπο του και να ξαναγυρίσει στον τόπο του και στους δικούς του. Κανένας τους δεν θέλει καυγάδες και με το ξεχωριστό του τραγούδι συμβάλλει στο γλέντι. Μπορεί να μην είναι η δική σου μουσική, τα δικά σου λικνίσματα και ακούσματα, όμως η ψυχή ξέρει και αναγνωρίζει και ευφραίνεται αυτό ακριβώς το διαφορετικό.
Και όταν το κακό συμβαίνει κυριαρχεί ο φόβος με συνέπεια μια άδικη και άσκοπη φυλάκισή τους από έναν Επτανήσιο αστυνόμο, που δεν μπορεί να καταλάβει τη διάλεκτό τους ή μήπως δεν το επιθυμεί και τόσο μιας και είναι προκατειλημένος αρνητικά απέναντι στους ξένους. Γι' αυτόν όλοι ίδιοι είναι άλλωστε και ασήμαντοι.
Φυσικά, στο τέλος όλοι απελευθερώνονται για να δηλώσει πολύ σοφά ο Ανατολίτης ότι "να, τώρα όλοι εμείς συναντηθήκαμε και θα φύγουμε, μα δεν αγαπήσαμε". Καμία καρδιά δεν άνοιξε, κανένα μυαλό δεν ήταν τόσο γενναιόδωρο και ευλογημένο ώστε να θελήσει να μείνει συνειδητά μακριά από τον κοινωνικό ρατσισμό και να αποδεχτεί την αξία του διαφορετικού.

Δεν υπάρχουν σχόλια: